Post Image

Το διάστημα μεταξύ των δύο πρώτων άλμπουμ του David Bowie είναι γεμάτο από έναν οργασμό καλλιτεχνικών και όχι μόνο δραστηριοτήτων –απόπαντομίμα και ταινίες, μέχρι διαλογισμό και σχέσεις με χορεύτριες. Αλλά ήταν αρκετό ένα δίωρο στον κινηματογράφο για να τον εκτοξεύσει στο Έβερεστ της δημιουργικότητάς του: η Οδύσσεια του Διαστήματος του Στάνλεϊ Κιούμπρικ τον ενέπνευσε στο γράψιμο του πρώτου του αριστουργήματος.

Το “Space Oddity” παρασάγγας απέχει από οτιδήποτε είχε κάνει ως τότε, και σήμερα ακόμα ακούγεται τέλειο, με ζηλευτή αισθητική αυτονομία, και σαν να μας γνέφει από το μέλλον. Παρότι το τραγούδι συνέπεσε χρονικά με την προσσελήνωση του Apollo, η ζοφερή κατάληξη του αστροναύτη που χάνει επαφή με τη Γη σε ένα ανέλπιδο ταξίδι εξασφάλιζε (τουλάχιστον στην Αμερική) την εμπορική του αποτυχία, εν μέσω κλίματος ευφορίας μετά το επιτυχημένο εγχείρημα της ΝΑSA. Όμως η ουσία του “Space Oddity” βρίσκεται αλλού (πέραν της καλλιτεχνικής του αρτιότητας): ο Major Tom είναι ο ίδιος ο Bowie (ένας alien σε όλη τη διάρκεια της ζωής του), που θα επανεμφανιστεί ως «junkie» στο “Ashes Το Ashes” μια δεκαετία αργότερα και –μακάβρια πλέον– στο κύκνειο άσμα του καλλιτέχνη, ως συμβολισμός του φυσικού του θανάτου το 2016.

Δεν είναι δίκαιο να συγκρίνει κανείς το υπόλοιπο άλμπουμ με αυτήν την κορύφωση. Και πάλι όμως, όπως και στον πρώτο δίσκο του 1967, είναι δύσκολο να μη διακρίνεις ότι ο Bowie θέλει ένα κλικ ακόμα για να γίνει ο μέγας Bowie. Στον μουσικό τομέα υπάρχει μια μετατόπιση προς τη μπαλάντα, την ψυχεδέλεια, το prog, και την ακουστική χίπικη folk που προηγήθηκε του 1969, αν και στο 10λεπτο “Cygnet Committee” (ένα από τα καλύτερα υπόλοιπα tracks) ο Bowie επιχειρεί να απομυθοποιήσει τις αξίες της αντικουλτούρας που έκαναν τους επιπόλαιους αναζητητές να πέσουν θύματα εκμετάλλευσης (το παράδειγμα των Beatles με τον γκουρού ήταν πρόσφατο), ουσιαστικά αποστασιοποιούμενος από τις χίπικες αξίες. Μέσα στο progressive rock κλίμα του 1969, το εν λόγω τραγούδι είναι ό,τι πιο συγγενικό έκανε στον συγκεκριμένο τομέα: μία αναζήτηση στιλ μέσω διαρκών εναλλαγών της φόρμας. Το μήνυμα που είχε στείλει ο Bob Dylan μερικά χρόνια πριν με το «μην ακολουθείτε ηγέτες», ο Bowie το επεκτείνει και στους εναλλακτικούς ηγέτες, έχοντας στην αφήγησή του ίχνη από Dylan, παρά τη λονδρέζικη προφορά του.

Το επίσης μεγάλης διάρκειας “Memory Of A Free Festival” είναι άλλη μια εξέχουσα στιγμή του άλμπουμ. Όπως μαρτυρεί ο τίτλος του, καταγράφει υπέροχες αναμνήσεις ενός φεστιβάλ στο οποίο είχε συμμετάσχει λίγες μέρες μετά τον θάνατο του πατέρα του. Τον ακούμε επίσης να αφηγείται επαφές με κατοίκους της Αφροδίτης και με ΑΤΙΑ και να νοσταλγεί τη στιγμή: «Μακάρι να κρατούσα μια σταγόνα από την έκσταση που κατέκλυσε εκείνο το απόγευμα…», με το  track να τελειώνει σαν αντίγραφο του “Hey Jude”. Από τα υπόλοιπα, δύο αναφέρονται στη σχέση του με την Hermione Farthingale(“Letter To Hermione” και “An Occasional Dream”), το “Unwashed” είναι μια σουρεαλιστική καταγραφή της αποξένωσής του από τον κόσμο, το ακουστικό “Janine” η εξομολόγηση ενός κλέφτη ότι κατά βάθος είναι «καλός» και το πομπώδες, οπερατικό “Wild Eyed Boy From Freecloud” η στιγμή της εκτέλεσης ενός παιδιού του βουνού, την οποία αποτρέπει το ίδιο το βουνό που εκδικείται(!).

Κατά τόπους έξοχο, το δεύτερο άλμπουμ του Bowie αφήνει και πάλι κάτι συνθετικά και εκτελεστικά ανεκπλήρωτο, παρά την πλειάδα των session μουσικών. Σημαντικότατη η συμμετοχή του ντράμερ Terry Cox των Pentangle στο “Space Oddity”, στο οποίο, παραδόξως, παραγωγή κάνει όχι ο Tony Visconti (όπως στα υπόλοιπα), αλλά ο Gus Dudgeon, ενώ στο ίδιο track πρέπει να αποδοθούν εύσημα στην ενορχήστρωση του Paul Buckmaster.

Μισό αιώνα ζωής συμπλήρωσε στις 11/7/2019 το πρώτο αριστούργημα του David Bowie, ο οποίος άφησε την παντομίμα και τον διαλογισμό για να αποτυπώσει κάτι από όσα τον ενθουσίασαν βλέποντας την Οδύσσεια του Διαστήματος του Στάνλεϊ Κιούμπρικ…

 

Share in
Tagged in